Banshee Ride

Archive for the ‘Uncategorized’ Category

50ft queenieευχαριστώ για την πρόσκληση στο παιχνιδάκι! Καλά που με θυμήθηκες γιατί είμαι ακόμα σε διακοπές και το μπλογκ μου έχει αρχίσει να μοιάζει με τόπον χλοερόν ))) Ιδού:
1.Όνομα: Banshee

2. Γενέθλια: 23/05

3. Ζώδιο: βρες το από την προηγούμενη απάντηση χι χι

4.Χρώμα μαλλιών: καστανά (χμμ… )

5. Χρώμα οφθαλμών: καστανά

6. Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Oh my god!

7. Είδος μουσικής που ακούς: κιθαριστική

8. Χαρακτήρας DISNEY/WB: Ο Νέμο )))

9. Ποιος φίλος σου μένει πιο μακριά; Ο Stephen, Αγγλία

10. Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις: Όχι πάλι δουλειά ρε γαμώτο

11. Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι: Δεν έχω

12. Τι έχεις στον τοίχο σου? Έναν παγκόσμιο χάρτη του Νάσιοναλ Τζιογκράφικ, πλαστικοποιημένο, γεμάτο φανταστικές πινέζες

13. Τι έχεις κάτω απ’ το κρεβάτι σου? Καλάθια και κουτιά

14. Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τι θα έκανες? Θα το μάζευα το πρωί

15. Αγαπημένος αριθμός: Ένα.

16. Αγαπημένο όνομα: Δεν έχω, τι ερωτήσεις!.

17. Τα χόμπι σου: Blogging.

18. Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα? Στο Los Angeles

19. Μια ευχή για το μέλλον: Να είμαι (ακόμα πιο) χαρούμενη

20. Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποια εποχή θα πήγαινες; Στα σίξτις

21. Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου: Το λαπτοπ, το λαπτοπ!.

22. Αγαπημένο λουλούδι: Η γαρυφαλιά

23. Αγαπημένη σειρά: Δεν βλέπω σειρές, τις βαριέμαι )))

24. Αγαπημένη ταινία: Χμ… Νομίζω η τελευταία που βλέπω κάθε φορά…

25. Αγαπημένο τραγούδι: «Το δίχτυ». Αυτό μου ήρθε τώρα. Και μερικές εκατοντάδες άλλα, ετερόκλητα, όπως η διάθεσή μου. Sweet child.

26. Aγαπημένο βιβλίο: Πολλά, πολλά… Μ’ αρέσει ο Φώκνερ ας πούμε. Κι άλλοι 300 περίπου συγγραφείς…

27. Αγαπημένο ζώο: Doggies.

28. Αγαπημένο ρούχο: Δεν ξέρω!

29. Αγαπημένος καλλιτέχνης/ιδα: Η Φρίντα Κάλο…

30. Αγαπημένο χρώμα: Το πράσινο.

31. Αγαπημένο φαγητό: Μακαρονάδες, γιαμ

32. Με ποιον χαρακτήρα από cartoon (Disney, WB, comics) ταυτίζεσαι? Με τη Ντόρα την εξερευνήτρια.

33. Κακή συνήθεια: Τσιγάρο. Βιασύνη. Νεύρα.

34. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει: Ναι, εντάξει

35. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει: Τσαντίζομαι εύκολα και χαλιέμαι ευκολότερα.

36. Συνηθισμένη ατάκα: «είσαι εσύ.. μάνα καημένη»

37. Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις: Καμία. Θέλω να κάνω μόνο ταξίδια!

38. Μεγαλύτερος φόβος: Ο θάνατος των άλλων

39. Η καλύτερη pizza: Μαργαρίτα με φρέσκια ντομάτα. Γιαμ!!!

40. Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι…: ευθύνη.

 

 

Advertisements

Εδώ και μερικές μέρες, θέλω να γράψω ένα ποστ γι αυτόν τον άθρωπο, αλλά το αποφεύγω, κυρίως από αμηχανία. Δεν είμαι σίγουρη τι ακριβώς θέλω να πω αλλά νιώθω ότι θα κάτι μένει ανείπωτο μέσα μου.

Τον ήξερα, δίχως να τον γνωρίζω, φυσικά. Καθόταν πάντα σ’ εκείνο το μαντρότοιχο, ένας πενηντάρης, ξένος, όπως φαινότανε απ’ τα κατάξανθα μαλλιά και γένια, και το ψηλό και κοκαλιάρικο σκαρί του. Είχε πάντα ένα μπουκάλι άμστελ στο χέρι και ήταν μονίμως σε έξαλλη κατάσταση: έβριζε τον κόσμο, χειρονομούσε, φώναζε. Εμφανέστατα μεθυσμένος, με κατακόκκινο, πρησμένο πρόσωπο. Ποιος ξέρει πώς είχε καταλήξει εκεί, έξω απ’ το μαντρότοιχο του ΗΣΑΠ στον Πειραιά. Ζητιάνευε, βέβαια, αλλά ελάχιστοι ήταν αυτοί που τολμούσαν να τον πλησιάσουν και να του δώσουν κανένα κέρμα. Μες το μεθύσι του και την παράνοιά του, έμοιαζε υπερβολικά επικίνδυνος.

Τον έβλεπα δύο φορές τη μέρα, κάθε εργάσιμη μέρα, εδώ και δύο χρόνια περίπου. Ούτε τον συμπαθούσα, ούτε τον αντιπαθούσα. Ούτε τον πλησίαζα, ούτε τον απέφευγα. Άλλωστε, τα δυο- τρία μέτρα ανάμεσα στο σημείο που άραζε και στη στάση απ’ όπου έπαιρνα το λεωφορείο, συνιστούσαν μια απόσταση ασφαλείας. Ή και αδιαφορίας, καμιά φορά.

Όμως τύχαινε συχνά να τον παρατηρώ μέσα από το λεωφορείο, καθώς η κίνηση στο λιμάνι μας ακινητοποιούσε στη στάση για αρκετά λεπτά. Η σκέψη μου ήταν πάντα ίδια: να ένας κατεστραμένος άνθρωπος. Δεν είμαι σίγουρη αν τον λυπόμουν. Ούτε και τώρα, που είναι νεκρός, είμαι σίγουρη ότι λυπάμαι. Αισθανόμουν ίσως εκείνη την έμφυτη αποστροφή για την αποτυχία. Ξέρω πως αυτό το «έμφυτη» σηκώνει πολλή συζήτηση, όπως και το «αποτυχία». Αλλά νομίζω πως έτσι ένιωθα. Τον συμπονούσα ελάχιστα, τον έβλεπα περισσότερο σαν ένα παράδειγμα προς αποφυγή.

Αλλά, γιατί;

Κάτι τέτοιοι άνθρωποι είναι για μένα το βάραθρο του παλιού μου ρομαντισμού.

Του ηλίθιου ρομαντισμού της εικόνας και του make believe. Του ρομαντισμού του αλκοόλ και της ελεύθερης ζωής του πλάνητα.

Και τα ρέστα βεβαίως γιατί νιώθω πως ξαφνικά (ή μάλλον όχι και τόσο ξαφνικά) έμεινα με μία και μόνη επιλογή: να τα απορρίψω όλα αυτά ως ανεφάρμοστα. Αυτή η απόρριψη μάλλον οφείλεται σ’ ένα σταδιακό και αμέριμνο βούλιαγμα σε μια αντιπαθητική, κατά βάση, καθημερινότητα. Ένα βούλιαγμα που πάντως έχει ήδη ολοκληρωθεί.

Και δεν ξέρω πώς μερικοί άνθρωποι καταφέρνουν να συμπονούν δίχως ταυτόχρονα να αισθάνονται πιο τυχεροί ή πιο ευνοημένοι. Γιατί θα υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι. Εγώ νομίζω πως περισσότερο σκεφτόμουν κάτι σαν «πω πω.. για φαντάσου αυτός ο τύπος να ξεκίνησε να γυρίσει τη γη και να κατέληξε ανώνυμος, άστεγος, πάμφτωχος αλκοολικός, να ιδρώνει και να καίγεται κάτω από τον ήλιο, στη βρωμιά αυτού του πεζοδρομίου…». Βέβαια, η ιστορία του δε μου είναι γνωστή. Μπορεί να ήταν ένας ανώνυμος, άστεγος, πάμφτωχος αλκοολικός από τα δέκα του χρόνια ή κάτι τέτοιο, και να μην κατέληξε έτσι.

Πέθανε όμως, ρε πούστη μου. Λύθηκε το βαγόνι και γκρέμισε τον τοίχο, λέει. Τον πήρε από κάτω. Τον έλιωσε. Σκατά, τι να πω, πέθανε. Αυτό.

Και είναι αλλιώς να είναι οι νεκροί ανώνυμοι κι αλλιώς να έχουν ένα πρόσωπο στην καθημερινότητά σου, έστω κι αν είναι αυτός ο τύπος που κοιτάς κι απεύχεσαι να γίνεις. Είναι αλλιώς γιατί όταν άκουσα στην τηλεόραση για έναν «νεκρό Γερμανό υπήκοο» σκέφτηκα ότι θα ταν κάνας τουρίστας που περίμενε το λεωφορείο του για αεροδρόμιο. Δεν το σκέφτηκα δέυτερη φορά, όπως δε σκέφτομαι για κανέναν τηλεοπτικό νεκρό. Δε σκέφτομαι αμάχους, θύματα τροχαίων και τέτοια. Τα έχω συνηθίσει. Με λυπούν, αλλά στιγμιαία. Αυτή είναι η αλήθεια μου.

Όμως, δε θυμάμαι τώρα σε ποια ακριβώς συζήτηση εκείνων των ημερών, μπορεί να ήταν και μέσω μπλογκ, συνειδητοποίησα ότι το θύμα ήταν αυτός ο άστεγος. Και μαρμάρωσα. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Σκατά, δε στεναχωρήθηκα σοβαρά, θέλω να πω, άλλοι χάνουν κάθε μέρα δικούς τους ανθρώπους, αλλά ρε παιδί μου… Τον ήξερα, είχε για μένα ένα πρόσωπο. Τον σκέφτηκα κάτω απ’ τις ράγιες και βρήκα λίγη ανακούφιση μόνο στη σκέψη ότι δε θα ένιωσε τίποτα. Είμαι σίγουρη πως ήταν, όπως πάντα, τύφλα στο μεθύσι.

Μαλακίες, μαλακίες, όλα τα παραπάνω. Λυπάμαι που πέθανε. Ήξερα το πρόσωπό του, τον έβλεπα κάθε μέρα στο σταθμό.  Λυπάμαι πολύ.

Καλό ταξίδι.