Banshee Ride

Archive for the ‘Stories’ Category

Ήδη, απ’ όταν η Μαριορή ήταν 13, άλλαξε το όνομά της σε Μάρτζορι. Της φαινότανε τόσο βλάχικο το «Μαριορή» που δεν άντεχε να το ακούει. Άσε που είχαν αρχίσει να την πειράζουν τα αγόρια «Μαριορή» και «Μαριορή», έλεγαν το όνομά της κοροϊδευτικά κι αυτό την πείραζε. Η Μαριορή συνέχιζε να πηγαίνει καλά στο σχολείο και συνέχιζε να λέει μυστικά με τις φίλες της. Στο σπίτι όμως, τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα μέρα με τη μέρα. «Είσαι κι εσύ υπεύθυνος για τα παιδιά, δεν τα έκανα μόνη μου!» ούρλιαζε η μάνα της Μαριορής. Ο πατέρας ούρλιαζε επίσης «Να τα πάρεις τότε και να σηκωθείς να φύγεις! Να ξεκουμπιστείτε όλοι από δω μέσα!». «Άμα μας διώξεις θα πληρώσεις διατροφή! Εγώ παράτησα τη δουλειά μου για να σε παντρευτώ, αλλά τόσο ζώον ήμουνα! Τόσο ηλίθια! Και με διώχνεις τώρα; Να ξεκουμπιστείς εσύ, να πας μ’ αυτές τις πουτάνες που πας τόσα χρόνια!». Οι καβγάδες των γονιών γίνονταν πλέον μπροστά τα παιδιά γιατί τα παιδιά ήταν μεγάλα και μπορούσαν να καταλάβουν.

Να καταλάβουν τη ματαίωση και την αυτοκαταστροφή, το δέσιμο πάση θυσία σ’ ένα άρμα που σαπίσανε οι ρόδες του.

«Είσαι αδιάφορος! Δεν δίνεις δεκάρα για τα παιδιά σου! Δεν έπαιξες ποτέ μαζί τους, δεν ξέρεις καν τι τάξη πάνε στο σχολείο!». Είχε δίκιο η μαμά της Μαριορής.

«Εγώ φροντίζω για τα παιδιά μου τόσα χρόνια, τα ταΐζω και τα ντύνω και κανείς δε μπορεί να πει τίποτα για τα δικά μου τα παιδιά, που είναι παράδειγμα στην κοινωνία!!». Κι ο μπαμπάς της Μαριορής είχε δίκιο.

Η Μαριορή όμως δεν άντεχε άλλο. «Σκάστε!» τους φώναξε μια μέρα «δεν σας αντέχω άλλο! Σκάστε! Βουλώστε το! ΣΚΑΣΤΕ!». Έπεσε παγωμάρα για λίγο στην κουζίνα όπου γινόταν ο καβγάς. Η Μαριορή έκλαιγε με αναφιλητά, είχε κοκκινήσει το πρόσωπό της και είχε πρηστεί. Νόμιζε ότι θα σκάσει σαν αστέρας του σύμπαντος. Πρώτος έσπασε τη σιωπή ο πατέρας της. «Μπράβο! Ωραία ανατροφή έδωσες στη Μαριορή! Να λέει «σκάσε» στον πατέρα της! Έτσι τα μεγαλώνεις τα παιδιά μου;» «Α, πάλι εγώ φταίω! Να ήσουνα εδώ να τα αναθρέψεις καλύτερα! Εγώ αυτό μπόρεσα αυτό έκανα! Αχάριστε!». «Βούλωσέ το, σκάσε» ο πατέρας ήταν πια εκτός εαυτού, «κι εσύ», γύρισε στη Μαριορή «τσακίσου αμέσως στο δωμάτιό σου! Πουτανάκι! Που θα μου πεις και να σκάσω! Εγώ είμαι ο πατέρας σου, ρε!». «Πουτάνες είναι αυτές που πας τόσα χρόνια!» ούρλιαξε η Μαριορή με όση δύναμη είχε μέσα της. Το ήξερε. Το είχε ακούσει να λέγεται τόσες φορές. Ο αδερφός της μπήκε πάλι στη μέση και την τράβηξε με δύναμη προς το δωμάτιο. Την ηρέμησε μετά από πολύ ώρα.

«Εσύ μπορείς, Μαριορή μου, εσύ είσαι έξυπνη, μπορείς να φτιάξεις τη ζωή σου όπως τη θες» της έλεγε η μάνα της μετά από τέτοιους καβγάδες. «Να στηρίζεσαι στον εαυτό σου, να μη μπορεί να σε κάνει ό,τι θέλει ο καθένας! Να μην εξαρτάσαι, αυτό είναι το παν στη ζωή. Να μην εξαρτάσαι, κορίτσι μου. Και να μην κλαις. Μην κλαις».

 Η μαμά της Μαριορής ήταν μόνη της στην Αθήνα. Δεν είχε συγγενείς δικούς της εδώ, ούτε δικές της φίλες. Δε δούλευε και δεν έβγαινε και πολύ από το σπίτι. Της άρεσε όμως να διαβάζει και η καλύτερή της ήταν τα καλοκαίρια που νοικιάζανε ένα εξοχικό σπίτι και εκεί έκανε κάποιες παρέες. Ήταν αρκετά κοινωνικός άνθρωπος, όμως όλος της ο κόσμος ήτανε ο μπαμπάς της Μαριορής. Συχνά ένιωθε απογοητευμένη, παγιδευμένη, ακυρωμένη, προδομένη. Και κυρίως, μόνη. Έτσι, όταν έμαθε για μία ακόμα φορά ότι ο άντρας της, της τα φοράει, δεν ήξερε πού να στραφεί. Πού να μιλήσει, πού να παρηγορηθεί. Έτσι, μίλησε στη Μαριορή. Η Μαριορή ήταν σχεδόν 15, σχεδόν γυναίκα, σχεδόν έτοιμη να καταλάβει. Και πρόθυμη. Πολύ πρόθυμη. Αυτό το κερί που έβλεπε να λιώνει κάθε μέρα πλάι της ήταν η μαμά της. Αυτή η σκιά μες το σπίτι ήταν η μαμά της. Η μαμά της που τη φρόντιζε, που την αγαπούσε, που τη μάλωνε, που έπαιζε μαζί της, που της είχε μάθει να διαβάζει, να κολυμπά, να κάνει ποδήλατο, που ξενύχταγε για κείνη, η μαμά της, πώς το λένε;

Ένα μοιραίο βράδυ, η Μαριορή γύρισε στο σπίτι από το φροντιστήριο και βρήκε τη μάνα της πάλι σε κακά χάλια. «Πού είναι ο μπαμπάς;»  τη ρώτησε. «Στο σπίτι της γκόμενάς του είναι, πού θες να είναι;» ήρθε η απάντηση. Η Μαριορή δεν έδωσε σημασία, επίτηδες, για να μην την στεναχωρήσει άλλο. Σε λίγο η μαμά την πλησίασε και της είπε πραγματικά ικετευτικά «Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου. Θα πάω να τον πιάσω στα πράσα. Θα δει τι έχει να πάθει που νομίζει ότι μπορεί να μας κοροϊδεύει όλους! Θα γίνει της τρελής! Αυτός νομίζει ότι τρώμε κουτόχορτο! Σε παρακαλώ παιδί μου, έλα μαζί μου, δεν αντέχω μόνη μου! Πού να πάω μόνη μου.. Είμαι τόσα χρόνια μόνη μου!». Έκλαιγε τώρα η μαμά της Μαριορής. Έκλαιγε μ’ ένα τρόπο πραγματικά σπαρακτικό, με πίκρα, με θυμό, με μίσος, με παράπονο, με όλα μαζί. Με όλα τα μαζεμένα και τα ασυμμάζευτα μέσα της. «Σε παρακαλώ» της είπε και πάλι. «Εντάξει, μαμά» της είπε η Μαριορή. Μπήκανε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το Νέο Φάληρο.

Στο δρόμο η μαμά της Μαριορής φάνηκε λίγο διστακτική. «Μην ανησυχείς Μαριορή μου, δεν θα κάνω φασαρία, απλά να δω αν είναι εκεί… Μπορεί να είναι κάπου αλλού. Μακάρι να είναι κάπου αλλού. Μακάρι να κάνω λάθος». Η Μαριορή ευχόταν να είναι εκεί ο πατέρας της. Είχε ήδη πάρει την κοροϊδία του προσωπικά. Άλλωστε, της στερούσε πράγματα, της στερούσε χρόνο, χρήματα, προσοχή, φροντίδα. Χρόνια πίσω. Δεν έφταιγε η μάνα της σε αυτό. Ούτε καμιά άλλη γυναίκα. Αυτός έφταιγε. Σταμάτησαν τελικά έξω από μία πολυκατοικία. Χτύπησαν κάποια κουδούνια κι ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο. Εκεί η μαμά της χτύπησε μια καφέ πόρτα. Καμία απάντηση. Ξαναχτύπησε. Πάλι τίποτα. Μόνο μια πνιχτή φωνή ακούστηκε από μέσα. Αυτό την εκνεύρισε περισσότερο. «Άνοιξέ μου, Θοδωρή». Έτσι έλεγαν τον μπαμπά της Μαριορής. «Ανοιξέ μου! Ξέρω ότι είσαι μέσα! Άνοιξέ μου, έχω και το παιδί μαζί μου! Άνοιξέ μου είπα!». φώναζε πάνω απ’ τις δυνάμεις της αλλά εις μάτην. Η πόρτα δεν άνοιξε ποτέ.

Η Μαριορή πήρε τη μαμά της και κατέβηκαν στο αυτοκίνητο. Προσπάθησε να την ηρεμήσει. Η μαμά δεν έλεγε τίποτα αλλά ήταν στα πρόθυρα κρίσης. «Να τος!» φώναξε ξαφνικά κι έδειξε με το χέρι της προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Η Μαριορή γύρισε και είδε κάτι που αυτόματα ευχήθηκε να μην είχε δει ποτέ: τον πατέρα της να ξεγλιστρά σαν τον κλέφτη, να σκύβει χαμηλά, κοντά στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, να στρίβει στο στενό και να εξαφανίζεται τρέχοντας μέσα στη νύχτα.

***

to be continued

Advertisements

 …ήταν ένα κοριτσάκι που το λέγαν Μαριορή. Ήτανε μελαχρινούλι, με όμορφο, σταράτο δέρμα, καστανά μαλλιά και ολοζώντανα μάτια. Πανέξυπνο και ομιλητικό παιδάκι, είχε πολλούς φίλους και ήταν πολύ δημοφιλές ήδη από τα πρώτα σχολικά χρόνια.

*

Η μαμά της τη φρόντιζε πολύ τη Μαριορή και της έδειχνε όλη της τη φροντίδα και την αγάπη. Την ξυπνούσε με φιλιά, την έπαιρνε μαζί της παντού αλλά ήταν και αυστηρή όταν χρειαζόταν. Ο μπαμπάς της Μαριορής ήταν κι αυτός πολύ καλός, μόνο που δεν ήτανε συχνά στο σπίτι. Ο μπαμπάς της Μαριορής είχε πολλές δουλειές κι είχε κι ένα μεγάλο μαγαζί στην Αθήνα κι όλο έπρεπε να τρέξει να φροντίσει για το ένα και το άλλο. Η Μαριορή είχε κι έναν αδερφό. Μικρότερο σε ηλικία και δεν της έμοιαζε καθόλου στο χαρακτήρα! Πιο κλειστός, λιγότερο περίεργος για το τι συνέβαινε γύρω του, εντελώς ήσυχος, έπαιζε όλη τη μέρα με τ’ αυτοκινητάκια του και δεν ενοχλούσε κανέναν.

*

Η Μαριορή ήταν πολύ καλή μαθήτρια. Είχε έφεση στην έκθεση και στις ξένες γλώσσες αλλά σ’ αυτό που ήταν πραγματικά καλή ήταν να κατεβάζει συνέχεια νέες ιδέες! Έφτιαχνε λέσχες περιοδικών όπου μάζευε όλους τις τους φίλους, ίδρυσε σύλλογο αλληλογραφίας μόνο για κορίτσια ήδη στην τρίτη δημοτικού, εφεύρε δικό της τρόπο κολύμβησης στα εννιά με το μισό κεφάλι μόνο έξω απ’ το νερό και οι μεγάλοι ποδηλατικοί αγώνες κάθε καλοκαίρι στη γειτονιά ήταν δική της ιδέα!

*
Παρά τους πολλούς φίλους που είχε η Μαριορή, οι αγαπημένες της φιλενάδες ήτανε τρεις: η Βαρβάρα, η Ελένη και η Αγγελική. Η Μαριορή έπαιρνε κάθε απόγευμα το σκύλο της και πήγαινε με τις φιλενάδες της για παιχνίδι στο λεγόμενο «βουναλάκι», ένα μικρό πάρκο της περιοχής. Εκεί παίζανε, τρέχανε αλλά κυρίως λέγανε τα μυστικά τους. Έτσι κάνουν τα κορίτσια. Λένε τα μυστικά τους η μία στην άλλη. Συζητούσαν, λοιπόν, και παίζανε τα τέσσερα κορίτσια επί ώρες μέχρι που νύχτωνε και βγαίνανε οι μανάδες στα μπαλκόνια και τους φωνάζανε να μαζευτούνε. Όλες, εκτός από τη μαμά της Βαρβάρας που δεν έβγαινε γιατί ήταν κυρία ιατρού και δεν ήθελε να γίνεται ένα με τη γειτονιά. Η Βαρβάρα όμως δεν είχε πρόβλημα. Δεν την ένοιαζε που ήταν πιο πλούσια από τις φιλενάδες της.
*
Τα μυστικά των κοριτσιών σ’ αυτές τις ηλικίες αφορούν πάντα τα αγόρια. Και τα κουτσομπολιά για άλλα κορίτσια. «Πω, πω, είδες η κυρία που μάλωσε τη Ντίνα που δεν είχε γράψει;». Τέτοια κουτσομπολιά, ανώδυνα. Με τα αγόρια όμως ήταν αλλιώς. Πιο σημαντικά και πιο σοβαρά. «Μου αρέσει ο Νίκος» έλεγε η Αγγελική «αλλά τι να του πω;». «Α, έκανε η Ελένη, νομίζω ότι ο Νίκος θέλει τη Μαριορή!» «Ποιος Νίκος! Αυτός με τα γουρλωτά μάτια από την πέμπτη; Α πα πα!» έκανε η Μαριορή. «Χάρισμά σου! Εμένα άλλωστε μ’ αρέσει ο Κώστας!». «Αντε ρε, Μαριορή! Αυτός πάει γυμνάσιο!» κάνανε οι άλλες με μια φωνή. «Ε, και τι πειράζει; Σε μερικά χρόνια θα είμαι κι εγώ γυμνάσιο!» απαντούσε η Μαριορή και πήγαινε λέγοντας.
*
Εκείνα τα χρόνια που ήτανε μικρή, η Μαριορή γυρνούσε σπίτι κάποια βράδια κι έβλεπε τη μαμά της στο κρεβάτι. Ξαπλωμένη και μισοκοιμισμένη κάτω από την κουβέρτα, πήγαινε κοντά της και τη ρώταγε «Μαμά, είσαι καλά;». Η μαμά σηκωνόταν με κόπο ή καμιά φορά και καθόλου και της ψιθύριζε πολύ μαλακά: «Καλά είμαι, αγάπη μου. Αφού έχω εσάς είμαι μια χαρά. Παίξατε; Τι κάνατε; Δεν πιστεύω να έφερες καμιά χελώνα πάλι στο σπίτι!» Η Μαριορή γελούσε, φιλούσε τη μαμά της και πήγαινε στο δωμάτιό της. Ή πάλι, η μαμά της σηκωνόταν καμιά φορά, να βάλει στη Μαριορή και στον αδερφό της να φάνε βραδινό και να πιει κι εκείνη τις πολύχρωμες βιταμίνες της που βρίσκονταν πάνω στο ψυγείο. «Μαμά, ο μπαμπάς πού είναι;» ρωτούσε καμιά φορά η Μαριορή. «Έχει δουλειές, μωρό μου ο μπαμπάς. Άντε τρώτε τώρα» έλεγε η μαμά και χαμογελούσε. Σχεδόν.
*
Ένα βράδυ, η Μαριορή γύρισε από τα αγγλικά της και βρήκε το σπίτι γεμάτο κόσμο. Ήτανε η γιαγιά της, η θεία της η Κατερίνα κι ο θείος της ο Γιάννης με τη γυναίκα του. Κάθονταν όλοι μαζί γύρω από το μεγάλο τραπέζι του σαλονιού και στον καναπέ καθόταν ο μπαμπάς της Μαριορής, ο οποίος είχε μάλλον τα νεύρα του γιατί φώναζε σαν τρελός. Η μαμά, με το που είδε τη Μαριορή, την πήρε αμέσως από το χέρι και την πήγε στο δωμάτιό της. «Θες να κάτσεις εδώ, να παίξεις με τον αδερφό σου;» της είπε. «Όχι, θέλω να έρθω μέσα. Τι γίνεται; Γιατί φωνάζει ο μπαμπάς και ο θείος;». Η μαμά της Μαριορής έβαλε τα κλάματα. «Έχουνε ένα πρόβλημα» της είπε, «ο μπαμπάς έκανε κάτι κακό και προσπαθούν να το λύσουνε». «Κακό! Τι κακό έκανε ο μπαμπάς;» Η Μαριορή δεν καταλάβαινε τίποτα και δε μπορούσε να βλέπει τη μαμά της να κλαίει. «Πες μου, μαμά, τι κακό;». Η μαμά σηκώθηκε πάνω με δύναμη: «Ωχ, άσε με κι εσύ τώρα, κάτσε εδώ και μην τολμήσεις να μπεις στο σαλόνι, αυτά είναι για τους μεγάλους!» της είπε κι έφυγε απ’ το δωμάτιο χτυπώντας την πόρτα. Η Μαριορή έβαλε τα κλάματα αλλά ευτυχώς γρήγορα την πλησίασε ο αδερφός της. «Πάμε στην ταράτσα» της είπε και της έκλεισε το μάτι. Η Μαριορή κι ο αδερφός της βγήκανε στην αυλή και ανεβήκανε μαζί με το σκύλο στην ταράτσα. Ξάπλωσαν στο τσιμέντο, ακριβώς πάνω από το παράθυρο του σαλονιού, κι έστησαν αυτί. Εκείνο το βράδυ, η Μαριορή κι ο αδερφός της άκουσαν για πρώτη φορά φράσεις όπως «μαλάκα», «πας να καταστρέψεις το σπίτι σου ρε», «ξεδιάντροπε», «αχάριστε», «την πουτάνα», «θα σας πετάξω στο δρόμο όλους», «για μια καριόλα», «ξεφτιλίκια», «γούστο μου και καπέλο μου», «κέρατο» και άλλα. Οι φωνές ήταν δυνατές αλλά τα παιδιά δε μπορούσαν να ξεχωρίσουν ποιος ακριβώς έλεγε τι γιατί φώναζαν όλοι μαζί. Ο μπαμπάς της Μαριορής και ο αδερφός του, ο θείος Γιάννης, περισσότερο απ’ όλους. Η Μαριορή δεν άκουσε τη φωνή της μαμάς της ούτε μία φορά.
*
Μετά από εκείνη τη νύχτα, ο μπαμπάς της Μαριορής ερχόταν όλο και λιγότερες ώρες στο σπίτι και η μαμά της ήταν όλο και περισσότερο άρρωστη. Η Μαριορή ήταν κοντά στα έντεκα και διάβαζε πλέον μόνη της άρα δεν τους είχε ανάγκη. Αλλά ο αδερφός της γκρίνιαζε συνέχεια. Αυτό έκανε κάπως τη μαμά τους να συνέλθει για λίγο καιρό. Ο μπαμπάς όμως δεν γνώριζε ότι ο γιος του γκρίνιαζε και αντιδρούσε κι η κόρη του ανέπτυσσε τις πρώτες, σκληρές άμυνές της.
*
Ένα χρόνο περίπου μετά, οι γονείς της Μαριορής αποφάσισαν να πουλήσουν το σπίτι τους και να πάρουν για αντάλλαγμα ένα διαμέρισμα. Ρετιρέ, με ωραία μπαλκόνια και ξεχωριστά υπνοδωμάτια για τα παιδιά. Η Μαριορή μετακόμισε με την οικογένειά της λίγα στενά παραπάνω, σ’ ένα τριάρι. Θα στριμώχνονταν για κάποιο καιρό αλλά είχαν να περιμένουν το καινούριο σπίτι. Σ’ εκείνο το τριάρι, που η διαμονή σε αυτό συνέπεσε ακριβώς με τη φοίτηση της Μαριορής στο γυμνάσιο, το κορίτσι άκουσε πολλά περίεργα πράγματα. Δεν ήταν πια παιδί και μπορούσε να καταλάβει καλύτερα ότι οι γονείς της είχαν προβλήματα. Για την ακρίβεια, η Μαριορή ζούσε το ένα σοκ μετά το άλλο. 
****
to be continued