Banshee Ride

Archive for the ‘I do.’ Category

Όταν γράφονται οι λέξεις, είναι συνήθως πολύ αργά.

Εντάξει.

Με άφησαν πίσω ή μάλλον με κλείδωσαν έξω έτσι ώστε να μπορούν να με αφήσουν πίσω ευκολότερα κι έτσι σήμερα μπορώ να κρατηθώ μόνο από το σπαθί με το οποίο με βάφτισαν. Πολλοί άνθρωποι απρόσωποι ήρθαν στην τελετή, σχεδόν τριακόσια χρόνια πίσω, άνθρωποι με μαύρο αίμα ή ακόμα χειρότερα, ξένοι. Ήμουν ένα μωρό παχουλό και φορούσα ασημένια δαχτυλίδια σε κάθε μου δάχτυλο. Αργότερα στη ζωή μου και για ολόκληρη τη ζωή μου, με έστειλαν στην αναζήτηση ενός θησαυρού που μου είπαν από πριν πως δεν υπάρχει. Όμως «να προσπαθείς, μπορείς, αξίζεις». Τρελαθήκατε; Άγαρμπο και πανίσχυρο αυτό το δίδαγμα, παχύρευστο μα διαπεραστικό. Προχώρησα λοιπόν με το σπαθί μου υψωμένο στον αέρα και τα μαλλιά μου να φυσούν γεμάτες και φανταχτερές ανάσες γιατί το βλέπεις σήμερα ότι είμαι ένα αστείο, λαίμαργο, νοστιμότατο, προσωπικό πράγμα. Επίσης όλο απόγνωση και δίχτυα των ψαράδων κι άδειες φωλιές, χρωματιστά λουλούδια τροπικά και πλούτη δηλητήριο να μοιράσω. Είμαι όλο παιδιά, όλο παιδιά, τετρακόσια παιδιά χτυπούν τα πόδια τους με βία πίσω από την καρδιά μου, πεντακόσια παιδιά κρεμιούνται από τα μπράτσα μου τ’ αφανισμένα, εξακόσια παιδιά μου βγάζουν τα ρούχα και σκίζουν τις μάσκες και παίρνουν το σπαθί μου, Παναγία μου! Είμαι όλο κλάματα και βήχα, όμως εσύ συλλάβισε «αγάπη». Για περισσότερο από ένα σχήμα τον κυμάτων, για  περισσότερο από τσιγάρο στο τασάκι, για περισσότερο από μένα, για περισσότερο από σένα κι όλες αυτές τις αηδίες. Για πιο πολύ καιρό. Δεν ήμουν ερωμένη, δεν ήμουν ένα τέρας, δεν ήμουν σύζυγος, δεν ήμουν η αιτία. Ήμουν δυο πόδια, αυτό μονάχα ήμουν καθ’ όλη τη ζωή μου. Να περπατώ, να μπουσουλώ, να τρέχω, να γαμιέμαι, να φεύγω, να ποδοπατώ, δυο πόδια ήμουν μόνο σε ολόκληρη τη σύντομη ζωή μου. Ήμουν σακάτισσα και κλέφτρα, ήμουν μια σοκολάτα, μία μπλούζα, μια βόλτα στη λεωφόρο, καμπάνα ήμουν, δίψα, μια ένεση κακού, πορνό φωτογραφία, κάδος για τα όνειρά σου, όμως αγάπη μου, λυπάμαι, λυπάμαι για την πυρκαγιά, λυπάμαι για το μένος, λέω κοίτα με, λυπάμαι.

 

*

Ίσως στο μέλλον βρεθεί αυτός ο τρόπος κι αυτός ο δρόμος με τα πλατιά του πεζοδρόμια που ονειρεύομαι. Ίσως αυτή η μοναξιά να ξαναγίνει ένα παιδί αγκαλιασμένο, με τρυφερά μαλλιά, κλειστά τα μάτια, λέω. Ίσως ό,τι σε τάισα στο στόμα με το στόμα μου να γίνει απλό, βραχνό τραγούδι στο ποτάμι.

 

Δεν έτρεξα στην άσφαλτο κι είναι πολύ νωρίς να μετανιώνω, λένε. Πολύ νωρίς, ενημερώνομαι. Εντάξει, παραδέχομαι, μ’ έχει γαμήσει αυτή η κοινή τους λογική, μωρ’ αδερφάκι. Αλήθεια λέω, καλύτερα να μου ‘λεγαν «ας πρόσεχες». Καλύτερα ένα δίκιο μου περήφανο, ξέρεις τι εννοώ, παρά τα χίλια άδικα του λάθους. Δε ζω με δαίμονες, να πάρει, ποτέ μου δεν αγνόησα τι μ’ έδεσε στο ξύλο. Χώθηκα ως το γόνατο στ’ αγκάθια και γελώντας, σήκωσα βίαια τη φούστα μου ως τη μέση. Να πάρω ανάσα ήθελα, ανάσα, να πετάξω. Χόρεψα για να φτάσω στο Θεό και να του πω «μαλάκα!».

 

Η συντριβή να μένει αδικαίωτη στα δάχτυλα του ασώτου θέλω, να μην καταπίνεται στο πλατύ σου ποτήρι, ούτε ν’ ανησυχείς πια. Τα λυπημένα χέρια μου και τα εκατό παιδιά μου αποζητούν τη μνήμη τους, ενστικτωδώς, ερήμην μου, να με πιστέψεις θέλω, γιατί είναι τόσο δύσκολη η πορεία δίχως κάτι. Κι αν κάποτε έβρισκα έξυπνο να λέω για «δίχως ρίζες», ήταν στ’ αλήθεια μια φράση ασθενική, χαστούκι για ό,τι χάνω, όχημα διαφυγής μπορεί, μπορεί κι ανάγκη. Τι άλλο πια γι αυτόν τον βρώμικο αέρα που με φιλοξενεί και με σπαράζει έτσι βαριά που πέφτω στο κρεβάτι κάθε βράδυ;

 

Τέλειωσε όμως τώρα. Πάει.

***

 

 

Wandering in muddy puddles

Sliding down the slope of dream

Vague, insidious and reluctant

Headed for a petty realm

 

All true servitude awaits

 

Blurred from sore and sparkling smiles

In the trenches of our lives

Still too mortal as we stare

Out of weakness and poor dare

 

All true future lies ahead

 

Down a corridor of lust

Savagery is meant to thrust

Casual cries and messy lies

Ardent, blind, the virgin dies

 

All true deities show delight

 

***

Για να κερδίσω την αιώνια ζωή στην κοφτερή συνείδησή σου, γιατί άλλο; Ας είμαι αδρή σου λέω, ας είμαι έστω ασθενής, κακοσχηματισμένη. Φώναζα τις προάλλες, έλα δω! Αγάπησέ με! Κι έτρεξα προς το μέρος σου, αφού θα ερχόσουν είπες, έτρεξα, εκείνη την αυλή γεμάτη πέτρες να σου ανοίξω. Όμως περίεργα περνάει ο καιρός. Μια σκοτεινιάζει ο λόγος μου και μια φιλώ στα χέρια. Μια κόβω τριαντάφυλλα, μια κοπανάω τις πόρτες. Εσύ μέσα στο όστρακο ακούς τη γέννησή μου, το σκίσιμο, τα κλάματα, όμως αυτό το δέρμα, ατίθασο και υδαρές, χύνεται από τα δάχτυλα, τόσο που με καρφίτσες προσπαθείς να με στερεώσεις. Αυτό είναι όμως, τι να πω; Ότι θα αλλάξω; Ίσως. Τα λόγια σου, τα λόγια. Εντάξει, λέω, εντάξει. Πολλά τηλεφωνήματα, σφαγές και δαχτυλίδια. Κοίτα, το σκέφτηκα καλά: είπα, δεν θέλω ρίζες. Θέλω νοτιάδες και νερό, θέλω τα δάχτυλα πλεγμένα και σιωπή. Αφή ζητώ και πυρετό, τον ύπνο σου, τι άλλο; Να ξημερώνει αργά και να καπνίζω.

 

Ώστε με είδες, λες; Να ξεκοιλιάζω τον πατέρα που θα κλάψω; Νύχτα τον εραστή μου; Τον αδερφό; Τον σύντροφό μου μήπως; Αυτόν που καίει τις στέγες; Ίσως, ίσως. Δεν ξέρω πια τι να σου πω. Ήμουν εγώ; Δεν ήμουν; Σκιά που κραδαίνει πεινασμένο μαχαίρι, γυναίκα όμορφη με ρόδι σάπιο μες το στόμα. Έτσι λες. Ήμουν δική σου όμως. Τι φταίω που ονειρεύομαι πολύ; Άλλο ένα βλέμμα χώνεται σ’ αυτό το μαξιλάρι.

 

Τώρα ένα νεύμα θυμωμένο σέρνει τα πόδια μου αργά στην Αλεξάνδρας.

 

Τις Παρασκευές σε φαντάζομαι να ξηλώνεις τις τσέπες σου και να χτυπάς τα πόδια με χαρά όταν ανακαλύπτεις το αντίτιμο της αγχόνης σε κέρματα. Είναι εκείνα τα απογεύματα που σε λαχταρώ περισσότερο. Φοράς αυτές τις ξεχειλωμένες μπλούζες και φέρνεις τα δάχτυλα στους κροτάφους βαριεστημένα. Μου αρέσει να σκέφτομαι πως εκείνη την ώρα ακούς μουσική. Ψάχνω κλειδιά, να βγω να οδηγήσω, αρκετά ροκάνισες τα νεύρα μου με τα λογάκια σου, α!!! Οι δρόμοι είναι συνήθως ενοχλητικοί αλλά καταφέρνουν με κάποιο τρόπο να οριοθετούν τις ιστορίες μας. Οι δρόμοι δε θα σπαράξουν που δε σε φίλησα πριν φύγεις. Κατασκευάζονται για να φιλοξενούν.

Οδηγώ δυτικά σα να θέλω να λείψω. Έζησες ολόκληρος εναντίον μου. Δυο τρεις φορές σε φώναξα κόντρα στο ένστικτο που φυσούσε ημιθανές τον ψαλμό της σωτηρίας. Ποιας σωτηρίας, my ass. Τίποτα δε γεννήθηκε, κανένας δεν ξενύχτησε, καμιά φωνή δεν έσπασε. Είπες. Κοιτάζω ευθεία για να βλέπω το δρόμο που έχει ζυμωθεί με το δέρμα σου. Τις Παρασκευές συλλαβίζω το όχι για να προσέρχομαι λιγότερο χρησιμοποιημένη στη φαντασία σου κι αν θες να ξέρεις, θα ‘θελα να μην είχες πρόσωπο για να μη σκοτεινιάζω στην οργή και στα χάδια σου. Κάθομαι κάτω οκλαδόν, ξαπλώνω στο μιλιμετρέ αυτού του κόσμου και ρωτάω «Όλα καλά; Όλα εντάξει; Όλα στη θέση τους;». «Ναι», απαντούν οι μηροί μου που σφίγγονται ασυναίσθητα αναζητώντας το βάρος σου, «όλα καλά, όλα εντάξει, όλα στη θέση τους».