Banshee Ride

Μια φορά κι έναν καιρό (ΙΙ)

Posted on: Απρίλιος 8, 2008

Ήδη, απ’ όταν η Μαριορή ήταν 13, άλλαξε το όνομά της σε Μάρτζορι. Της φαινότανε τόσο βλάχικο το «Μαριορή» που δεν άντεχε να το ακούει. Άσε που είχαν αρχίσει να την πειράζουν τα αγόρια «Μαριορή» και «Μαριορή», έλεγαν το όνομά της κοροϊδευτικά κι αυτό την πείραζε. Η Μαριορή συνέχιζε να πηγαίνει καλά στο σχολείο και συνέχιζε να λέει μυστικά με τις φίλες της. Στο σπίτι όμως, τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα μέρα με τη μέρα. «Είσαι κι εσύ υπεύθυνος για τα παιδιά, δεν τα έκανα μόνη μου!» ούρλιαζε η μάνα της Μαριορής. Ο πατέρας ούρλιαζε επίσης «Να τα πάρεις τότε και να σηκωθείς να φύγεις! Να ξεκουμπιστείτε όλοι από δω μέσα!». «Άμα μας διώξεις θα πληρώσεις διατροφή! Εγώ παράτησα τη δουλειά μου για να σε παντρευτώ, αλλά τόσο ζώον ήμουνα! Τόσο ηλίθια! Και με διώχνεις τώρα; Να ξεκουμπιστείς εσύ, να πας μ’ αυτές τις πουτάνες που πας τόσα χρόνια!». Οι καβγάδες των γονιών γίνονταν πλέον μπροστά τα παιδιά γιατί τα παιδιά ήταν μεγάλα και μπορούσαν να καταλάβουν.

Να καταλάβουν τη ματαίωση και την αυτοκαταστροφή, το δέσιμο πάση θυσία σ’ ένα άρμα που σαπίσανε οι ρόδες του.

«Είσαι αδιάφορος! Δεν δίνεις δεκάρα για τα παιδιά σου! Δεν έπαιξες ποτέ μαζί τους, δεν ξέρεις καν τι τάξη πάνε στο σχολείο!». Είχε δίκιο η μαμά της Μαριορής.

«Εγώ φροντίζω για τα παιδιά μου τόσα χρόνια, τα ταΐζω και τα ντύνω και κανείς δε μπορεί να πει τίποτα για τα δικά μου τα παιδιά, που είναι παράδειγμα στην κοινωνία!!». Κι ο μπαμπάς της Μαριορής είχε δίκιο.

Η Μαριορή όμως δεν άντεχε άλλο. «Σκάστε!» τους φώναξε μια μέρα «δεν σας αντέχω άλλο! Σκάστε! Βουλώστε το! ΣΚΑΣΤΕ!». Έπεσε παγωμάρα για λίγο στην κουζίνα όπου γινόταν ο καβγάς. Η Μαριορή έκλαιγε με αναφιλητά, είχε κοκκινήσει το πρόσωπό της και είχε πρηστεί. Νόμιζε ότι θα σκάσει σαν αστέρας του σύμπαντος. Πρώτος έσπασε τη σιωπή ο πατέρας της. «Μπράβο! Ωραία ανατροφή έδωσες στη Μαριορή! Να λέει «σκάσε» στον πατέρα της! Έτσι τα μεγαλώνεις τα παιδιά μου;» «Α, πάλι εγώ φταίω! Να ήσουνα εδώ να τα αναθρέψεις καλύτερα! Εγώ αυτό μπόρεσα αυτό έκανα! Αχάριστε!». «Βούλωσέ το, σκάσε» ο πατέρας ήταν πια εκτός εαυτού, «κι εσύ», γύρισε στη Μαριορή «τσακίσου αμέσως στο δωμάτιό σου! Πουτανάκι! Που θα μου πεις και να σκάσω! Εγώ είμαι ο πατέρας σου, ρε!». «Πουτάνες είναι αυτές που πας τόσα χρόνια!» ούρλιαξε η Μαριορή με όση δύναμη είχε μέσα της. Το ήξερε. Το είχε ακούσει να λέγεται τόσες φορές. Ο αδερφός της μπήκε πάλι στη μέση και την τράβηξε με δύναμη προς το δωμάτιο. Την ηρέμησε μετά από πολύ ώρα.

«Εσύ μπορείς, Μαριορή μου, εσύ είσαι έξυπνη, μπορείς να φτιάξεις τη ζωή σου όπως τη θες» της έλεγε η μάνα της μετά από τέτοιους καβγάδες. «Να στηρίζεσαι στον εαυτό σου, να μη μπορεί να σε κάνει ό,τι θέλει ο καθένας! Να μην εξαρτάσαι, αυτό είναι το παν στη ζωή. Να μην εξαρτάσαι, κορίτσι μου. Και να μην κλαις. Μην κλαις».

 Η μαμά της Μαριορής ήταν μόνη της στην Αθήνα. Δεν είχε συγγενείς δικούς της εδώ, ούτε δικές της φίλες. Δε δούλευε και δεν έβγαινε και πολύ από το σπίτι. Της άρεσε όμως να διαβάζει και η καλύτερή της ήταν τα καλοκαίρια που νοικιάζανε ένα εξοχικό σπίτι και εκεί έκανε κάποιες παρέες. Ήταν αρκετά κοινωνικός άνθρωπος, όμως όλος της ο κόσμος ήτανε ο μπαμπάς της Μαριορής. Συχνά ένιωθε απογοητευμένη, παγιδευμένη, ακυρωμένη, προδομένη. Και κυρίως, μόνη. Έτσι, όταν έμαθε για μία ακόμα φορά ότι ο άντρας της, της τα φοράει, δεν ήξερε πού να στραφεί. Πού να μιλήσει, πού να παρηγορηθεί. Έτσι, μίλησε στη Μαριορή. Η Μαριορή ήταν σχεδόν 15, σχεδόν γυναίκα, σχεδόν έτοιμη να καταλάβει. Και πρόθυμη. Πολύ πρόθυμη. Αυτό το κερί που έβλεπε να λιώνει κάθε μέρα πλάι της ήταν η μαμά της. Αυτή η σκιά μες το σπίτι ήταν η μαμά της. Η μαμά της που τη φρόντιζε, που την αγαπούσε, που τη μάλωνε, που έπαιζε μαζί της, που της είχε μάθει να διαβάζει, να κολυμπά, να κάνει ποδήλατο, που ξενύχταγε για κείνη, η μαμά της, πώς το λένε;

Ένα μοιραίο βράδυ, η Μαριορή γύρισε στο σπίτι από το φροντιστήριο και βρήκε τη μάνα της πάλι σε κακά χάλια. «Πού είναι ο μπαμπάς;»  τη ρώτησε. «Στο σπίτι της γκόμενάς του είναι, πού θες να είναι;» ήρθε η απάντηση. Η Μαριορή δεν έδωσε σημασία, επίτηδες, για να μην την στεναχωρήσει άλλο. Σε λίγο η μαμά την πλησίασε και της είπε πραγματικά ικετευτικά «Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου. Θα πάω να τον πιάσω στα πράσα. Θα δει τι έχει να πάθει που νομίζει ότι μπορεί να μας κοροϊδεύει όλους! Θα γίνει της τρελής! Αυτός νομίζει ότι τρώμε κουτόχορτο! Σε παρακαλώ παιδί μου, έλα μαζί μου, δεν αντέχω μόνη μου! Πού να πάω μόνη μου.. Είμαι τόσα χρόνια μόνη μου!». Έκλαιγε τώρα η μαμά της Μαριορής. Έκλαιγε μ’ ένα τρόπο πραγματικά σπαρακτικό, με πίκρα, με θυμό, με μίσος, με παράπονο, με όλα μαζί. Με όλα τα μαζεμένα και τα ασυμμάζευτα μέσα της. «Σε παρακαλώ» της είπε και πάλι. «Εντάξει, μαμά» της είπε η Μαριορή. Μπήκανε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το Νέο Φάληρο.

Στο δρόμο η μαμά της Μαριορής φάνηκε λίγο διστακτική. «Μην ανησυχείς Μαριορή μου, δεν θα κάνω φασαρία, απλά να δω αν είναι εκεί… Μπορεί να είναι κάπου αλλού. Μακάρι να είναι κάπου αλλού. Μακάρι να κάνω λάθος». Η Μαριορή ευχόταν να είναι εκεί ο πατέρας της. Είχε ήδη πάρει την κοροϊδία του προσωπικά. Άλλωστε, της στερούσε πράγματα, της στερούσε χρόνο, χρήματα, προσοχή, φροντίδα. Χρόνια πίσω. Δεν έφταιγε η μάνα της σε αυτό. Ούτε καμιά άλλη γυναίκα. Αυτός έφταιγε. Σταμάτησαν τελικά έξω από μία πολυκατοικία. Χτύπησαν κάποια κουδούνια κι ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο. Εκεί η μαμά της χτύπησε μια καφέ πόρτα. Καμία απάντηση. Ξαναχτύπησε. Πάλι τίποτα. Μόνο μια πνιχτή φωνή ακούστηκε από μέσα. Αυτό την εκνεύρισε περισσότερο. «Άνοιξέ μου, Θοδωρή». Έτσι έλεγαν τον μπαμπά της Μαριορής. «Ανοιξέ μου! Ξέρω ότι είσαι μέσα! Άνοιξέ μου, έχω και το παιδί μαζί μου! Άνοιξέ μου είπα!». φώναζε πάνω απ’ τις δυνάμεις της αλλά εις μάτην. Η πόρτα δεν άνοιξε ποτέ.

Η Μαριορή πήρε τη μαμά της και κατέβηκαν στο αυτοκίνητο. Προσπάθησε να την ηρεμήσει. Η μαμά δεν έλεγε τίποτα αλλά ήταν στα πρόθυρα κρίσης. «Να τος!» φώναξε ξαφνικά κι έδειξε με το χέρι της προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Η Μαριορή γύρισε και είδε κάτι που αυτόματα ευχήθηκε να μην είχε δει ποτέ: τον πατέρα της να ξεγλιστρά σαν τον κλέφτη, να σκύβει χαμηλά, κοντά στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, να στρίβει στο στενό και να εξαφανίζεται τρέχοντας μέσα στη νύχτα.

***

to be continued

Advertisements

2 Σχόλια to "Μια φορά κι έναν καιρό (ΙΙ)"

Ενδιαφέρον. Ξενοπηδούσε ή όχι ο μπαμπάς της Μαργιορής; Μήπως είχε πάει στο Νέο Φάληρο να πάρει τσιγάρα; Δείτε το επόμενο επεισόδιο!

Χαχαχα, λες να ήτανε απ αυτούς που πήγαν για τσιγάρα κι έφυγαν στο Αμέρικα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: