Banshee Ride

Μια φορά κι έναν καιρό (I)

Posted on: Απρίλιος 7, 2008

 …ήταν ένα κοριτσάκι που το λέγαν Μαριορή. Ήτανε μελαχρινούλι, με όμορφο, σταράτο δέρμα, καστανά μαλλιά και ολοζώντανα μάτια. Πανέξυπνο και ομιλητικό παιδάκι, είχε πολλούς φίλους και ήταν πολύ δημοφιλές ήδη από τα πρώτα σχολικά χρόνια.

*

Η μαμά της τη φρόντιζε πολύ τη Μαριορή και της έδειχνε όλη της τη φροντίδα και την αγάπη. Την ξυπνούσε με φιλιά, την έπαιρνε μαζί της παντού αλλά ήταν και αυστηρή όταν χρειαζόταν. Ο μπαμπάς της Μαριορής ήταν κι αυτός πολύ καλός, μόνο που δεν ήτανε συχνά στο σπίτι. Ο μπαμπάς της Μαριορής είχε πολλές δουλειές κι είχε κι ένα μεγάλο μαγαζί στην Αθήνα κι όλο έπρεπε να τρέξει να φροντίσει για το ένα και το άλλο. Η Μαριορή είχε κι έναν αδερφό. Μικρότερο σε ηλικία και δεν της έμοιαζε καθόλου στο χαρακτήρα! Πιο κλειστός, λιγότερο περίεργος για το τι συνέβαινε γύρω του, εντελώς ήσυχος, έπαιζε όλη τη μέρα με τ’ αυτοκινητάκια του και δεν ενοχλούσε κανέναν.

*

Η Μαριορή ήταν πολύ καλή μαθήτρια. Είχε έφεση στην έκθεση και στις ξένες γλώσσες αλλά σ’ αυτό που ήταν πραγματικά καλή ήταν να κατεβάζει συνέχεια νέες ιδέες! Έφτιαχνε λέσχες περιοδικών όπου μάζευε όλους τις τους φίλους, ίδρυσε σύλλογο αλληλογραφίας μόνο για κορίτσια ήδη στην τρίτη δημοτικού, εφεύρε δικό της τρόπο κολύμβησης στα εννιά με το μισό κεφάλι μόνο έξω απ’ το νερό και οι μεγάλοι ποδηλατικοί αγώνες κάθε καλοκαίρι στη γειτονιά ήταν δική της ιδέα!

*
Παρά τους πολλούς φίλους που είχε η Μαριορή, οι αγαπημένες της φιλενάδες ήτανε τρεις: η Βαρβάρα, η Ελένη και η Αγγελική. Η Μαριορή έπαιρνε κάθε απόγευμα το σκύλο της και πήγαινε με τις φιλενάδες της για παιχνίδι στο λεγόμενο «βουναλάκι», ένα μικρό πάρκο της περιοχής. Εκεί παίζανε, τρέχανε αλλά κυρίως λέγανε τα μυστικά τους. Έτσι κάνουν τα κορίτσια. Λένε τα μυστικά τους η μία στην άλλη. Συζητούσαν, λοιπόν, και παίζανε τα τέσσερα κορίτσια επί ώρες μέχρι που νύχτωνε και βγαίνανε οι μανάδες στα μπαλκόνια και τους φωνάζανε να μαζευτούνε. Όλες, εκτός από τη μαμά της Βαρβάρας που δεν έβγαινε γιατί ήταν κυρία ιατρού και δεν ήθελε να γίνεται ένα με τη γειτονιά. Η Βαρβάρα όμως δεν είχε πρόβλημα. Δεν την ένοιαζε που ήταν πιο πλούσια από τις φιλενάδες της.
*
Τα μυστικά των κοριτσιών σ’ αυτές τις ηλικίες αφορούν πάντα τα αγόρια. Και τα κουτσομπολιά για άλλα κορίτσια. «Πω, πω, είδες η κυρία που μάλωσε τη Ντίνα που δεν είχε γράψει;». Τέτοια κουτσομπολιά, ανώδυνα. Με τα αγόρια όμως ήταν αλλιώς. Πιο σημαντικά και πιο σοβαρά. «Μου αρέσει ο Νίκος» έλεγε η Αγγελική «αλλά τι να του πω;». «Α, έκανε η Ελένη, νομίζω ότι ο Νίκος θέλει τη Μαριορή!» «Ποιος Νίκος! Αυτός με τα γουρλωτά μάτια από την πέμπτη; Α πα πα!» έκανε η Μαριορή. «Χάρισμά σου! Εμένα άλλωστε μ’ αρέσει ο Κώστας!». «Αντε ρε, Μαριορή! Αυτός πάει γυμνάσιο!» κάνανε οι άλλες με μια φωνή. «Ε, και τι πειράζει; Σε μερικά χρόνια θα είμαι κι εγώ γυμνάσιο!» απαντούσε η Μαριορή και πήγαινε λέγοντας.
*
Εκείνα τα χρόνια που ήτανε μικρή, η Μαριορή γυρνούσε σπίτι κάποια βράδια κι έβλεπε τη μαμά της στο κρεβάτι. Ξαπλωμένη και μισοκοιμισμένη κάτω από την κουβέρτα, πήγαινε κοντά της και τη ρώταγε «Μαμά, είσαι καλά;». Η μαμά σηκωνόταν με κόπο ή καμιά φορά και καθόλου και της ψιθύριζε πολύ μαλακά: «Καλά είμαι, αγάπη μου. Αφού έχω εσάς είμαι μια χαρά. Παίξατε; Τι κάνατε; Δεν πιστεύω να έφερες καμιά χελώνα πάλι στο σπίτι!» Η Μαριορή γελούσε, φιλούσε τη μαμά της και πήγαινε στο δωμάτιό της. Ή πάλι, η μαμά της σηκωνόταν καμιά φορά, να βάλει στη Μαριορή και στον αδερφό της να φάνε βραδινό και να πιει κι εκείνη τις πολύχρωμες βιταμίνες της που βρίσκονταν πάνω στο ψυγείο. «Μαμά, ο μπαμπάς πού είναι;» ρωτούσε καμιά φορά η Μαριορή. «Έχει δουλειές, μωρό μου ο μπαμπάς. Άντε τρώτε τώρα» έλεγε η μαμά και χαμογελούσε. Σχεδόν.
*
Ένα βράδυ, η Μαριορή γύρισε από τα αγγλικά της και βρήκε το σπίτι γεμάτο κόσμο. Ήτανε η γιαγιά της, η θεία της η Κατερίνα κι ο θείος της ο Γιάννης με τη γυναίκα του. Κάθονταν όλοι μαζί γύρω από το μεγάλο τραπέζι του σαλονιού και στον καναπέ καθόταν ο μπαμπάς της Μαριορής, ο οποίος είχε μάλλον τα νεύρα του γιατί φώναζε σαν τρελός. Η μαμά, με το που είδε τη Μαριορή, την πήρε αμέσως από το χέρι και την πήγε στο δωμάτιό της. «Θες να κάτσεις εδώ, να παίξεις με τον αδερφό σου;» της είπε. «Όχι, θέλω να έρθω μέσα. Τι γίνεται; Γιατί φωνάζει ο μπαμπάς και ο θείος;». Η μαμά της Μαριορής έβαλε τα κλάματα. «Έχουνε ένα πρόβλημα» της είπε, «ο μπαμπάς έκανε κάτι κακό και προσπαθούν να το λύσουνε». «Κακό! Τι κακό έκανε ο μπαμπάς;» Η Μαριορή δεν καταλάβαινε τίποτα και δε μπορούσε να βλέπει τη μαμά της να κλαίει. «Πες μου, μαμά, τι κακό;». Η μαμά σηκώθηκε πάνω με δύναμη: «Ωχ, άσε με κι εσύ τώρα, κάτσε εδώ και μην τολμήσεις να μπεις στο σαλόνι, αυτά είναι για τους μεγάλους!» της είπε κι έφυγε απ’ το δωμάτιο χτυπώντας την πόρτα. Η Μαριορή έβαλε τα κλάματα αλλά ευτυχώς γρήγορα την πλησίασε ο αδερφός της. «Πάμε στην ταράτσα» της είπε και της έκλεισε το μάτι. Η Μαριορή κι ο αδερφός της βγήκανε στην αυλή και ανεβήκανε μαζί με το σκύλο στην ταράτσα. Ξάπλωσαν στο τσιμέντο, ακριβώς πάνω από το παράθυρο του σαλονιού, κι έστησαν αυτί. Εκείνο το βράδυ, η Μαριορή κι ο αδερφός της άκουσαν για πρώτη φορά φράσεις όπως «μαλάκα», «πας να καταστρέψεις το σπίτι σου ρε», «ξεδιάντροπε», «αχάριστε», «την πουτάνα», «θα σας πετάξω στο δρόμο όλους», «για μια καριόλα», «ξεφτιλίκια», «γούστο μου και καπέλο μου», «κέρατο» και άλλα. Οι φωνές ήταν δυνατές αλλά τα παιδιά δε μπορούσαν να ξεχωρίσουν ποιος ακριβώς έλεγε τι γιατί φώναζαν όλοι μαζί. Ο μπαμπάς της Μαριορής και ο αδερφός του, ο θείος Γιάννης, περισσότερο απ’ όλους. Η Μαριορή δεν άκουσε τη φωνή της μαμάς της ούτε μία φορά.
*
Μετά από εκείνη τη νύχτα, ο μπαμπάς της Μαριορής ερχόταν όλο και λιγότερες ώρες στο σπίτι και η μαμά της ήταν όλο και περισσότερο άρρωστη. Η Μαριορή ήταν κοντά στα έντεκα και διάβαζε πλέον μόνη της άρα δεν τους είχε ανάγκη. Αλλά ο αδερφός της γκρίνιαζε συνέχεια. Αυτό έκανε κάπως τη μαμά τους να συνέλθει για λίγο καιρό. Ο μπαμπάς όμως δεν γνώριζε ότι ο γιος του γκρίνιαζε και αντιδρούσε κι η κόρη του ανέπτυσσε τις πρώτες, σκληρές άμυνές της.
*
Ένα χρόνο περίπου μετά, οι γονείς της Μαριορής αποφάσισαν να πουλήσουν το σπίτι τους και να πάρουν για αντάλλαγμα ένα διαμέρισμα. Ρετιρέ, με ωραία μπαλκόνια και ξεχωριστά υπνοδωμάτια για τα παιδιά. Η Μαριορή μετακόμισε με την οικογένειά της λίγα στενά παραπάνω, σ’ ένα τριάρι. Θα στριμώχνονταν για κάποιο καιρό αλλά είχαν να περιμένουν το καινούριο σπίτι. Σ’ εκείνο το τριάρι, που η διαμονή σε αυτό συνέπεσε ακριβώς με τη φοίτηση της Μαριορής στο γυμνάσιο, το κορίτσι άκουσε πολλά περίεργα πράγματα. Δεν ήταν πια παιδί και μπορούσε να καταλάβει καλύτερα ότι οι γονείς της είχαν προβλήματα. Για την ακρίβεια, η Μαριορή ζούσε το ένα σοκ μετά το άλλο. 
****
to be continued
 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: