Banshee Ride

Archive for Απρίλιος 2008

Και μια που μπήκα στο μπλογκ πασχαλιάτικα (ακόμα διακοπεύω οεο), σιγά μη δεν το γράψω:

Διαβάζω στο in αλλά και εδώ και εδώ ότι το περιοδικό Δαυλός και τρεις κάτοικοι της Λέσβου καταθέτουν μήνυση εναντίον της ελληνικής Λεσβιακής Κοινότητας για να μην (αυτο) χαρακτηρίζονται «λεσβίες».

Και επειδή το κάθε θέμα έχει τη βαρύτητα που του δίνεις, το Banshee blog έχει να πει το εξής:

Εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουννιέ χτενίζεται.

Advertisements
50ft queenieευχαριστώ για την πρόσκληση στο παιχνιδάκι! Καλά που με θυμήθηκες γιατί είμαι ακόμα σε διακοπές και το μπλογκ μου έχει αρχίσει να μοιάζει με τόπον χλοερόν ))) Ιδού:
1.Όνομα: Banshee

2. Γενέθλια: 23/05

3. Ζώδιο: βρες το από την προηγούμενη απάντηση χι χι

4.Χρώμα μαλλιών: καστανά (χμμ… )

5. Χρώμα οφθαλμών: καστανά

6. Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Oh my god!

7. Είδος μουσικής που ακούς: κιθαριστική

8. Χαρακτήρας DISNEY/WB: Ο Νέμο )))

9. Ποιος φίλος σου μένει πιο μακριά; Ο Stephen, Αγγλία

10. Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις: Όχι πάλι δουλειά ρε γαμώτο

11. Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι: Δεν έχω

12. Τι έχεις στον τοίχο σου? Έναν παγκόσμιο χάρτη του Νάσιοναλ Τζιογκράφικ, πλαστικοποιημένο, γεμάτο φανταστικές πινέζες

13. Τι έχεις κάτω απ’ το κρεβάτι σου? Καλάθια και κουτιά

14. Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τι θα έκανες? Θα το μάζευα το πρωί

15. Αγαπημένος αριθμός: Ένα.

16. Αγαπημένο όνομα: Δεν έχω, τι ερωτήσεις!.

17. Τα χόμπι σου: Blogging.

18. Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα? Στο Los Angeles

19. Μια ευχή για το μέλλον: Να είμαι (ακόμα πιο) χαρούμενη

20. Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποια εποχή θα πήγαινες; Στα σίξτις

21. Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου: Το λαπτοπ, το λαπτοπ!.

22. Αγαπημένο λουλούδι: Η γαρυφαλιά

23. Αγαπημένη σειρά: Δεν βλέπω σειρές, τις βαριέμαι )))

24. Αγαπημένη ταινία: Χμ… Νομίζω η τελευταία που βλέπω κάθε φορά…

25. Αγαπημένο τραγούδι: «Το δίχτυ». Αυτό μου ήρθε τώρα. Και μερικές εκατοντάδες άλλα, ετερόκλητα, όπως η διάθεσή μου. Sweet child.

26. Aγαπημένο βιβλίο: Πολλά, πολλά… Μ’ αρέσει ο Φώκνερ ας πούμε. Κι άλλοι 300 περίπου συγγραφείς…

27. Αγαπημένο ζώο: Doggies.

28. Αγαπημένο ρούχο: Δεν ξέρω!

29. Αγαπημένος καλλιτέχνης/ιδα: Η Φρίντα Κάλο…

30. Αγαπημένο χρώμα: Το πράσινο.

31. Αγαπημένο φαγητό: Μακαρονάδες, γιαμ

32. Με ποιον χαρακτήρα από cartoon (Disney, WB, comics) ταυτίζεσαι? Με τη Ντόρα την εξερευνήτρια.

33. Κακή συνήθεια: Τσιγάρο. Βιασύνη. Νεύρα.

34. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει: Ναι, εντάξει

35. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει: Τσαντίζομαι εύκολα και χαλιέμαι ευκολότερα.

36. Συνηθισμένη ατάκα: «είσαι εσύ.. μάνα καημένη»

37. Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις: Καμία. Θέλω να κάνω μόνο ταξίδια!

38. Μεγαλύτερος φόβος: Ο θάνατος των άλλων

39. Η καλύτερη pizza: Μαργαρίτα με φρέσκια ντομάτα. Γιαμ!!!

40. Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι…: ευθύνη.

 

 

Για όποιον κάθεται που κάθεται με τις ώρες, ε, ας αφήσει λίγο το βαρετό διάβασμα των κυριακάτικων….

Κυκλοφορεί και στην Ελλάδα…

Ούτε καν θυμάμαι πώς πρωτογνώρισα τη συγγραφική δουλειά της Nana Chen, πάντως σίγουρα ήταν μέσω διαδικτύου, πριν από περίπου πέντε χρόνια. Είχα εντυπωσιαστεί τότε με μια ιστορία που είχε γράψει, μεγέθους μίας μόνο παραγράφου (!!) με τίτλο «Uncle» και την είχα μεταφράσει και δημοσιεύσει στα ελληνικά.

Η Nana άφησε στην άκρη τη λογοτεχνία για λίγα χρόνια — τουλάχιστον δημοσίως — κι ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη φωτογραφία (η φώτο του παρόντος ποστ είναι επίσης δική της). Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στο σάιτ της. Πρόσφατα μου έστειλε μια καινούρια της ιστορία με τίτλο «Cuckoo«, που επίσης μου άρεσε. Οι ιστορίες της είναι μικρές αλλά μ’ αυτή τη γοητεία του νυστεριού που αφήνει έξω τα πολλά-πολλά και δίνει μικρές, κοφτές εικόνες καθημερινότητας. Ίσως δεν είναι ακριβώς αριστουργήματα αλλά προσωπικά, τις βρίσκω γοητευτικές. Μέσα σε λίγες μόνο γραμμές συμπυκνώνουν ένα ολόκληρο κόσμο. Take a look.

***

Uncle

by Nana Chen

After the guests had left his daughter’s wedding, my uncle had the leftovers scraped off all the plates. Each piece, bitten or unbitten, was slid into plastic bags. He gathered this booty of swill to store in the freezer at home. For nearly eight months he and my aunt chiseled away at this frozen reserve each day.He went for a routine physical nine months after the festive communion.A week later, the surgeon removed a good portion of his colon. «Colon cancer!» he announced. He brought out the ribbon of disease from surgery, dangling and dripping above a kidney-shaped dish to display. «The Chiang family!» the surgeon called out from under his mask. «Colon cancer!» he yelled.The relatives rose, repeating, «The Chiang family,» and stood before the sight, swaying to and fro, looking to see what colon cancer looked like. Some nodded; others sighed and shook their heads.After returning home with half his entrails missing, the frozen cubes in the freezer were set to room temperature, in the same plastic bags. My uncle instructed my aunt to use the food as fertilizer on their family farm.Shiny baby eggplants and tomatoes sprang into form in spring. «Organic vegetables. The new cure!» their doctor said.My uncle went for a follow-up a few months later; they sent him home to rest. They said to wait and rest–to just wait. «It won’t be a long wait,» they assured.After his funeral, the guests feasted in his living room, smacking their lips approvingly as they swallowed the eggplant; washing it down with tomato soup. If my uncle were there, he would have gathered their tears to make a sack of salt.   

Για να κερδίσω την αιώνια ζωή στην κοφτερή συνείδησή σου, γιατί άλλο; Ας είμαι αδρή σου λέω, ας είμαι έστω ασθενής, κακοσχηματισμένη. Φώναζα τις προάλλες, έλα δω! Αγάπησέ με! Κι έτρεξα προς το μέρος σου, αφού θα ερχόσουν είπες, έτρεξα, εκείνη την αυλή γεμάτη πέτρες να σου ανοίξω. Όμως περίεργα περνάει ο καιρός. Μια σκοτεινιάζει ο λόγος μου και μια φιλώ στα χέρια. Μια κόβω τριαντάφυλλα, μια κοπανάω τις πόρτες. Εσύ μέσα στο όστρακο ακούς τη γέννησή μου, το σκίσιμο, τα κλάματα, όμως αυτό το δέρμα, ατίθασο και υδαρές, χύνεται από τα δάχτυλα, τόσο που με καρφίτσες προσπαθείς να με στερεώσεις. Αυτό είναι όμως, τι να πω; Ότι θα αλλάξω; Ίσως. Τα λόγια σου, τα λόγια. Εντάξει, λέω, εντάξει. Πολλά τηλεφωνήματα, σφαγές και δαχτυλίδια. Κοίτα, το σκέφτηκα καλά: είπα, δεν θέλω ρίζες. Θέλω νοτιάδες και νερό, θέλω τα δάχτυλα πλεγμένα και σιωπή. Αφή ζητώ και πυρετό, τον ύπνο σου, τι άλλο; Να ξημερώνει αργά και να καπνίζω.

 

Ώστε με είδες, λες; Να ξεκοιλιάζω τον πατέρα που θα κλάψω; Νύχτα τον εραστή μου; Τον αδερφό; Τον σύντροφό μου μήπως; Αυτόν που καίει τις στέγες; Ίσως, ίσως. Δεν ξέρω πια τι να σου πω. Ήμουν εγώ; Δεν ήμουν; Σκιά που κραδαίνει πεινασμένο μαχαίρι, γυναίκα όμορφη με ρόδι σάπιο μες το στόμα. Έτσι λες. Ήμουν δική σου όμως. Τι φταίω που ονειρεύομαι πολύ; Άλλο ένα βλέμμα χώνεται σ’ αυτό το μαξιλάρι.

 

Τώρα ένα νεύμα θυμωμένο σέρνει τα πόδια μου αργά στην Αλεξάνδρας.

 

Ήδη, απ’ όταν η Μαριορή ήταν 13, άλλαξε το όνομά της σε Μάρτζορι. Της φαινότανε τόσο βλάχικο το «Μαριορή» που δεν άντεχε να το ακούει. Άσε που είχαν αρχίσει να την πειράζουν τα αγόρια «Μαριορή» και «Μαριορή», έλεγαν το όνομά της κοροϊδευτικά κι αυτό την πείραζε. Η Μαριορή συνέχιζε να πηγαίνει καλά στο σχολείο και συνέχιζε να λέει μυστικά με τις φίλες της. Στο σπίτι όμως, τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα μέρα με τη μέρα. «Είσαι κι εσύ υπεύθυνος για τα παιδιά, δεν τα έκανα μόνη μου!» ούρλιαζε η μάνα της Μαριορής. Ο πατέρας ούρλιαζε επίσης «Να τα πάρεις τότε και να σηκωθείς να φύγεις! Να ξεκουμπιστείτε όλοι από δω μέσα!». «Άμα μας διώξεις θα πληρώσεις διατροφή! Εγώ παράτησα τη δουλειά μου για να σε παντρευτώ, αλλά τόσο ζώον ήμουνα! Τόσο ηλίθια! Και με διώχνεις τώρα; Να ξεκουμπιστείς εσύ, να πας μ’ αυτές τις πουτάνες που πας τόσα χρόνια!». Οι καβγάδες των γονιών γίνονταν πλέον μπροστά τα παιδιά γιατί τα παιδιά ήταν μεγάλα και μπορούσαν να καταλάβουν.

Να καταλάβουν τη ματαίωση και την αυτοκαταστροφή, το δέσιμο πάση θυσία σ’ ένα άρμα που σαπίσανε οι ρόδες του.

«Είσαι αδιάφορος! Δεν δίνεις δεκάρα για τα παιδιά σου! Δεν έπαιξες ποτέ μαζί τους, δεν ξέρεις καν τι τάξη πάνε στο σχολείο!». Είχε δίκιο η μαμά της Μαριορής.

«Εγώ φροντίζω για τα παιδιά μου τόσα χρόνια, τα ταΐζω και τα ντύνω και κανείς δε μπορεί να πει τίποτα για τα δικά μου τα παιδιά, που είναι παράδειγμα στην κοινωνία!!». Κι ο μπαμπάς της Μαριορής είχε δίκιο.

Η Μαριορή όμως δεν άντεχε άλλο. «Σκάστε!» τους φώναξε μια μέρα «δεν σας αντέχω άλλο! Σκάστε! Βουλώστε το! ΣΚΑΣΤΕ!». Έπεσε παγωμάρα για λίγο στην κουζίνα όπου γινόταν ο καβγάς. Η Μαριορή έκλαιγε με αναφιλητά, είχε κοκκινήσει το πρόσωπό της και είχε πρηστεί. Νόμιζε ότι θα σκάσει σαν αστέρας του σύμπαντος. Πρώτος έσπασε τη σιωπή ο πατέρας της. «Μπράβο! Ωραία ανατροφή έδωσες στη Μαριορή! Να λέει «σκάσε» στον πατέρα της! Έτσι τα μεγαλώνεις τα παιδιά μου;» «Α, πάλι εγώ φταίω! Να ήσουνα εδώ να τα αναθρέψεις καλύτερα! Εγώ αυτό μπόρεσα αυτό έκανα! Αχάριστε!». «Βούλωσέ το, σκάσε» ο πατέρας ήταν πια εκτός εαυτού, «κι εσύ», γύρισε στη Μαριορή «τσακίσου αμέσως στο δωμάτιό σου! Πουτανάκι! Που θα μου πεις και να σκάσω! Εγώ είμαι ο πατέρας σου, ρε!». «Πουτάνες είναι αυτές που πας τόσα χρόνια!» ούρλιαξε η Μαριορή με όση δύναμη είχε μέσα της. Το ήξερε. Το είχε ακούσει να λέγεται τόσες φορές. Ο αδερφός της μπήκε πάλι στη μέση και την τράβηξε με δύναμη προς το δωμάτιο. Την ηρέμησε μετά από πολύ ώρα.

«Εσύ μπορείς, Μαριορή μου, εσύ είσαι έξυπνη, μπορείς να φτιάξεις τη ζωή σου όπως τη θες» της έλεγε η μάνα της μετά από τέτοιους καβγάδες. «Να στηρίζεσαι στον εαυτό σου, να μη μπορεί να σε κάνει ό,τι θέλει ο καθένας! Να μην εξαρτάσαι, αυτό είναι το παν στη ζωή. Να μην εξαρτάσαι, κορίτσι μου. Και να μην κλαις. Μην κλαις».

 Η μαμά της Μαριορής ήταν μόνη της στην Αθήνα. Δεν είχε συγγενείς δικούς της εδώ, ούτε δικές της φίλες. Δε δούλευε και δεν έβγαινε και πολύ από το σπίτι. Της άρεσε όμως να διαβάζει και η καλύτερή της ήταν τα καλοκαίρια που νοικιάζανε ένα εξοχικό σπίτι και εκεί έκανε κάποιες παρέες. Ήταν αρκετά κοινωνικός άνθρωπος, όμως όλος της ο κόσμος ήτανε ο μπαμπάς της Μαριορής. Συχνά ένιωθε απογοητευμένη, παγιδευμένη, ακυρωμένη, προδομένη. Και κυρίως, μόνη. Έτσι, όταν έμαθε για μία ακόμα φορά ότι ο άντρας της, της τα φοράει, δεν ήξερε πού να στραφεί. Πού να μιλήσει, πού να παρηγορηθεί. Έτσι, μίλησε στη Μαριορή. Η Μαριορή ήταν σχεδόν 15, σχεδόν γυναίκα, σχεδόν έτοιμη να καταλάβει. Και πρόθυμη. Πολύ πρόθυμη. Αυτό το κερί που έβλεπε να λιώνει κάθε μέρα πλάι της ήταν η μαμά της. Αυτή η σκιά μες το σπίτι ήταν η μαμά της. Η μαμά της που τη φρόντιζε, που την αγαπούσε, που τη μάλωνε, που έπαιζε μαζί της, που της είχε μάθει να διαβάζει, να κολυμπά, να κάνει ποδήλατο, που ξενύχταγε για κείνη, η μαμά της, πώς το λένε;

Ένα μοιραίο βράδυ, η Μαριορή γύρισε στο σπίτι από το φροντιστήριο και βρήκε τη μάνα της πάλι σε κακά χάλια. «Πού είναι ο μπαμπάς;»  τη ρώτησε. «Στο σπίτι της γκόμενάς του είναι, πού θες να είναι;» ήρθε η απάντηση. Η Μαριορή δεν έδωσε σημασία, επίτηδες, για να μην την στεναχωρήσει άλλο. Σε λίγο η μαμά την πλησίασε και της είπε πραγματικά ικετευτικά «Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου. Θα πάω να τον πιάσω στα πράσα. Θα δει τι έχει να πάθει που νομίζει ότι μπορεί να μας κοροϊδεύει όλους! Θα γίνει της τρελής! Αυτός νομίζει ότι τρώμε κουτόχορτο! Σε παρακαλώ παιδί μου, έλα μαζί μου, δεν αντέχω μόνη μου! Πού να πάω μόνη μου.. Είμαι τόσα χρόνια μόνη μου!». Έκλαιγε τώρα η μαμά της Μαριορής. Έκλαιγε μ’ ένα τρόπο πραγματικά σπαρακτικό, με πίκρα, με θυμό, με μίσος, με παράπονο, με όλα μαζί. Με όλα τα μαζεμένα και τα ασυμμάζευτα μέσα της. «Σε παρακαλώ» της είπε και πάλι. «Εντάξει, μαμά» της είπε η Μαριορή. Μπήκανε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το Νέο Φάληρο.

Στο δρόμο η μαμά της Μαριορής φάνηκε λίγο διστακτική. «Μην ανησυχείς Μαριορή μου, δεν θα κάνω φασαρία, απλά να δω αν είναι εκεί… Μπορεί να είναι κάπου αλλού. Μακάρι να είναι κάπου αλλού. Μακάρι να κάνω λάθος». Η Μαριορή ευχόταν να είναι εκεί ο πατέρας της. Είχε ήδη πάρει την κοροϊδία του προσωπικά. Άλλωστε, της στερούσε πράγματα, της στερούσε χρόνο, χρήματα, προσοχή, φροντίδα. Χρόνια πίσω. Δεν έφταιγε η μάνα της σε αυτό. Ούτε καμιά άλλη γυναίκα. Αυτός έφταιγε. Σταμάτησαν τελικά έξω από μία πολυκατοικία. Χτύπησαν κάποια κουδούνια κι ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο. Εκεί η μαμά της χτύπησε μια καφέ πόρτα. Καμία απάντηση. Ξαναχτύπησε. Πάλι τίποτα. Μόνο μια πνιχτή φωνή ακούστηκε από μέσα. Αυτό την εκνεύρισε περισσότερο. «Άνοιξέ μου, Θοδωρή». Έτσι έλεγαν τον μπαμπά της Μαριορής. «Ανοιξέ μου! Ξέρω ότι είσαι μέσα! Άνοιξέ μου, έχω και το παιδί μαζί μου! Άνοιξέ μου είπα!». φώναζε πάνω απ’ τις δυνάμεις της αλλά εις μάτην. Η πόρτα δεν άνοιξε ποτέ.

Η Μαριορή πήρε τη μαμά της και κατέβηκαν στο αυτοκίνητο. Προσπάθησε να την ηρεμήσει. Η μαμά δεν έλεγε τίποτα αλλά ήταν στα πρόθυρα κρίσης. «Να τος!» φώναξε ξαφνικά κι έδειξε με το χέρι της προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Η Μαριορή γύρισε και είδε κάτι που αυτόματα ευχήθηκε να μην είχε δει ποτέ: τον πατέρα της να ξεγλιστρά σαν τον κλέφτη, να σκύβει χαμηλά, κοντά στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, να στρίβει στο στενό και να εξαφανίζεται τρέχοντας μέσα στη νύχτα.

***

to be continued

ΟΚ, την έκανα. Την περασμένη βδομάδα, λόγω των εξελίξεων με τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ κλπ, έψαξα for a bit of hope, που λένε και οι Αμερικανοί, στο σάιτ του Ομπάμα, για να δω ποια είναι η πολιτική αλλαγή που πρεσβεύει ο υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ για τα Βαλκάνια. Δεν βρήκα τίποτα, φυσικά. Έχει το πρόγραμμά του για διάφορες περιοχές, Μέση Ανατολή, Αφρική, Ιράν κλπ αλλά για τα Βαλκάνια τίποτα.

Έγραψα λοιπόν ένα μέιλ, ρωτώντας: ποία η θέση σας αγαπητέ Ομπάμα, για τα τεκταινόμενα στην βαλκανική χερσόνησο;

Αποτέλεσμα; Το επιτελείο του Ομπάμα όχι μόνο δεν ανέβασε μια τυπική έστω αναφορά στο σάιτ, αλλά από τότε με βομβαρδίζουν με email για να κάνω δωρεά στο κόμμα!!!

ΔΩΣΤΕ ΕΙΚΟΣΙ ΔΟΛΛΑΡΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΝΑ ΖΩΝΤΑΝΕΥΕΙ!!!

Σταδιάλα, τι θέλω κι ανακατεύομαι με τα αμερικανάκια, με εχουνε ζαλίσει με τις δωρεές!

Ωραίο πάντως το σάιτ του Ομπάμα. Μ’ αρέσει η ενότητα «Obama everywhere» που έχει απο κάτω τα facebook, myspace, flickr κι άλλα τέτοια αλλά το καλύτερο είναι που δίνουν ένα νούμερο κινητού και από κάτω γράφουνε: TEXT HOPE !!!

ΤΖΙΖΑΣ!